Συνολικές προβολές σελίδας


Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2014

Τα Σαμουράι (συνέχεια)

Μέρος δεύτερο Τα Τρικύλινδρα

Kawasaki mach III H1 & mach IV H2 , KH αργότερα σε 250-400-500 επίσης S1 250 & S2 350 και τέλος σειρές A B C D E F ανάλογα με την χρονιά ΕΛΕΟΣ. Σιγά μην καθόταν ο Έλληνας σε ερώτηση “τι μηχανάκι έχεις αδελφέ” να κάτσει να σου πει το mach ΙΙΙ H1 σειρά C της Kawasaki...
Για να μπορούσες να καβαλάς επάξια το συγκεκριμένο άτι θα έπρεπε η τεστοστερόνη σου να ήταν σχετικά υψηλή που σημαίνει υψηλότερη η τεστοστερόνη “βαρύτερη” η απάντηση ...Και αφού υπήρχε και έτοιμη από το προηγούμενο μοντέλο αυστηρά μονολεκτική “το Samurai” τέλος !
Τώρα θα μου πεις γιατί δεν τα είπαν Avengers ? (γιατί Avengers ήταν ο John Steed & η Emma Peel...χα χα).Άλλη λέξη ρε παιδί μου το Samurai για την μόνη που θα την θυσίαζα είναι το Καμικάζι...Πέρα απ’ την πλάκα νομίζω ότι το Samurai ήταν πολύ πιο εύκολο και εύηχο παρά η
« άγευστη» παράθεση ενός συνδυασμού γραμμάτων και αριθμών. Κάπως έτσι νομίζω ότι κουβαλήθηκε στο μυαλό του Έλληνα η ονομασία Samurai μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 70 με το αναιμικό πια KH 250.(Οποιεσδήποτε άλλες απόψεις ν'ακουστούν παρακαλώ).
Αλλά ας το πιάσουμε από εκεί που το αφήσαμε.
Δεκαετία 60 προς το τέλος και η Kawasaki όπως κάθε εταιρεία που σέβεται τον εαυτό της έπρεπε να κάνει το κάτι παραπάνω.Το υποτιθέμενο δίλημμά της ήταν η αρχιτεκτονική του κινητήρα που θα υιοθετούσε για το μηχανάκι που θα την “κουβαλούσε” από τα 60s στα 70s.Είχε βέβαια την εύκολη διότι σχεδόν έτοιμη λύση με τον υπερκυβισμό στα 500 cc του κινητήρα του Avenger αλλά προφανώς και δεν της ήταν αρκετό καθότι δεν αποτελούσε ικανοποιητικό βήμα προς τα εμπρός.
Παραθέτω λοιπόν τα δεδομένα της εποχής.
Η Yamaha είχε το δικύλινδρο δίχρονο YR1 στα 350 cc. Η Honda πάλι είχε τραβήξει τον 4χρονο της δρόμο με το 450 Black bomber και οσονούπω το CB 750 την ομολογουμένως πρώτη προσιτή Super-bike (όχι της Ιστορίας διαφωνώ οι πρώτες της Ιστορίας φτιαχτήκαν στο“Νησί”).
Επανέρχομαι η Suzuki είχε παρουσιάσει το δικύλινδρο δίχρονο Titan στα 500 cc οπότε για την Kawasaki δεν ετίθετο κανένα δίλημμα πια.Δεν υπήρχε περίπτωση την εποχή που ο άνθρωπος όχι έκανε απλώς βήματα αλλά κυριολεκτικά “εκτοξευόταν” εμπρός , μην ξεχνάμε κατακτούσε την Σελήνη το 69, να δεχτεί και να έρθει δεύτερη μετά την Suzuki υπερκυβίζοντας απλώς το Avenger ,απεναντίας άδραξε την ευκαιρία να κατασκευάσει τον πρώτο 3κύλινδρο κινητήρα ευρείας παραγωγής για μοτοσυκλέτα.
Σωστό ή λάθος η Ιστορία το έχει κρίνει !
Τρικύλινδρα λοιπόν με εν σειρά και φυσικά εγκάρσια τοποθετημένο κινητήρα με στρόφαλο 120 μοιρών και 2Χ3 έξη ρουλεμάν σύνολο.Συμβατική σχεδίαση ,αερόψυξη με απ' ευθείας εισαγωγή και απούσες τις παντός είδους βαλβίδες ρηντ ή περιστροφικές.Πλατίνες για Ευρώπη και cdi για Αμερική με προβλήματα στην πρώτη γενιά τους και βελτιωμένη εικόνα στην δεύτερη που την φόρεσε και το 750 .Απόδοση ? Με 3Χ 28ρια Mikuni 60 άλογα στις 7500 στροφές.
Ο μεσαίος κύλινδρος όμως μοιραία είχε προβλήματα υπερθέρμανσης με μοναδικούς του συμμάχους τις πολλές ψύκτρες στο καπάκι και το παραδοσιακά πλούσιο μίγμα.
Στην σημερινή μποτιλιαρισμένη Αθήνα αλλά και στην κάθε πηγμένη από κυκλοφορία πόλη το 500 δεν θα είχε καμμιά πιθανότητα να ανταπεξέλθει.Σκεφτείτε με ωφέλιμη περιοχή λειτουργίας ούτε 2500 στροφές ,να μην μπορεί να δουλέψει χαμηλά και να λαδώνει μπουζί και να βασίζεται για την ψύξη του μόνο στην ροή του αέρα ,συμπέρασμα κλάφτα.Τουλάχιστον στις δόξες του στις αρχές της δεκαετίας του 70 η Αθήνα είχε το 1/10 της κίνησης που έχει τώρα.
Για το πλαίσιο τα φρένα και τα λάστιχα τι να πεις ? Τα έχουν πει άλλοι ,όπως και οι πολιτικοί μας πολύ πολύ κατώτερα των περιστάσεων.
Το αμορτισέρ τιμονιού ήταν μέσα στα έξτρα που μπορούσες να βάλεις αλλά το σετάκι μπουζί για αλλαγή μέσα στα σταντάρτ ! που έδινε η Kawasaki. Τι εποχές κι αυτές...
Καλά θα μου πεις μόνο προβλήματα ? Ναι αλλά όταν η βελόνα περνούσε τις 6000 στροφές ξεφτίλιζε οτιδήποτε εκινείτο πλάι ή απλά έκανε το λάθος να προσπαθήσει.
Όταν μάλιστα έφτασε και το 750 εκεί και η ίδια η Kawasaki ευτυχώς είχε την ωριμότητα να περιοριστεί κάπως και από τους 120hp/lt του 500 να αρκεστεί στους 98 περίπου. (Συνεχίζεται)         



Μερικές φωτό

Kawa 500Όνομα: 500.jpg
Προβολές: 985
Μέγεθος:  102,6 KB
RacerΌνομα: racer.jpg
Προβολές: 981
Μέγεθος:  77,7 KB
 Όνομα: 4 troxoi.jpg
Προβολές: 980
Μέγεθος:  99,5 KB

Τα Σαμουράι (συνέχεια)

 Ο ιδιοκτήτης είχε 'ταξιδέψει" ο χρόνος είχε σταματήσει έχω φωτογραφίες και από το χειρόγραφο ημερολόγιο εργασιών που τηρούσε ευλαβικά αλλά φυσικά δεν τις βάζω.Πόσες φορές από τότε έχω σκεφτεί ότι και τα δικά μου σε μερικά χρόνια κάπως έτσι θα έρθει κάποιος να φωτογραφίσει...
Το κινητό ήταν παλιό και το φως λίγο ,τελικά δεν τα βρήκα με τους κληρονόμους και μείναν εκεί παρέα η μιά στην άλλη μπορεί καλύτερα...

500 μοτέρΌνομα: engine.jpg
Προβολές: 1199
Μέγεθος:  96,0 KB

500 σκελετόςΌνομα: frame.jpg
Προβολές: 1189
Μέγεθος:  88,9 KB

900 SSΌνομα: duc .jpg
Προβολές: 1187
Μέγεθος:  89,3 KB

Τα Σαμουράι

Ας ξεκινήσουμε όμως από αυτά που ήταν γιατί χωρίς αυτά δεν θα υπήρχαν μάλλον ούτε αυτά του τίτλου.Για την ακρίβεια Samurai ήταν μόλις ένα το 250ρι Α1(άντε δύο μετρώντας και το “χωμάτινο” SS) και γεννήθηκαν κάπου εκεί στα μέσα της δεκαετίας του 60.
Πώς τώρα εμείς εδώ και καταφέραμε να χρησιμοποιήσουμε αυτό το όνομα για όλα τα δίχρονα street 3κύλινδρα Kawa ως τα τέλη της δεκαετίας του 70 ,υπάρχει μια πολύ απλή εξήγηση αλλά αυτή αργότερα όταν χρονικά έρθει η σειρά της.
Πάμε πίσω τώρα στα mid 60s και ας επικεντρωθούμε στην Kawasaki που από τότε έχτιζε σιγά σιγά τον μύθο της που την ήθελε να είναι η πιο “γρήγορη” από τους τέσσερεις Γιαπωνέζους μεγάλους. Ήταν η εποχή που οι Ιάπωνες (μην ξεχνάμε από τους ηττημένους του 2ου μεγάλου πολέμου) ρουφούσαν γνώση από παντού (ναι αντέγραφαν) αλλά επίσης σχεδίαζαν και κατασκεύαζαν μοτοσυκλέτες (και όχι μόνο) με στόχο την κορυφή. Είχαν άλλωστε αρχίσει να πρωταγωνιστούν και στα GP από το 66 παρ' όλο το προσωρινό διάλλειμα που θα έκαναν από τους τίτλους μετά την αλλαγή των κανονισμών του 68.
Αντίθετα άλλοι πιο κοντινοί μας θα έκλειναν σιγά σιγά τα εργοστάσιά τους και θα διάλεγαν άλλο ρόλο να καταλήξουν απλά καταναλωτές αλλά και δυστυχώς πικρόχολοι σχολιαστές των υπολοίπων.(ποιοί είναι αυτοί ? Χα ,αυτοί που μας “φυλάνε “ τα Μάρμαρα).
Συγγνώμη ας επανέρθουμε όμως στην Kawasaki. Το μάλλον αποτυχημένο 4χρονο δικύλινδρο 650 w1 που ήταν σχεδίασης της Meguro η οποία αντέγραφε τα παλιά BSA ήρθαν να πλαισιώσουν τα 2χρονα 2κύλινδρα που “βάφτισαν” αυτό το αρθράκι. Στα 250 και 350 cc , κυβισμοί παραδοσιακοί για την εποχή προερχόμενοι από τα GP ειδικά τα 350 που παραπέμπουν σε παλιές εποχές και έληξαν στα GP το 82 , ενώ στα μοντέλα δρόμου με την παρουσίαση του τελευταίου RD.
Λοιπόν 250ρι A1 Samurai street και SS το scramblerάκι και στα 350 cc A7 Avenger και SS αντίστοιχα. Διαβάστε τεχνικές προδιαγραφές και θυμηθείτε είμαστε λίγο μετά τα μέσα της δεκαετίας του 60.
Αερόψυκτα 2κύλινδρα δίχρονα με εισαγωγή με περιστροφικές βαλβίδες αυτόματη μίξη και καρμπυρατέρ στο πλάι τοποθετημένα εσωτερικά (βλέπε τελευταία φωτό) κατ' αρχήν πλατίνες έπειτα CDI. Ίπποι στο λίτρο 125 μόλις...

250ρι Διάμετρος Χ Διαδρομή 53Χ56 31 HP 100 mph
350ρι Διάμετρος Χ Διαδρομή 62Χ56 42 HP 110 mph

Όχι πως ήταν οι μοναδικοί Γιαπωνέζοι που είχαν φτάσει με τα δίχρονα τόσο ψηλά...

Εδώ οφείλω να κάνω μιά παρένθετη μνεία στον Ανατολικογερμανό δάσκαλο Kaaden (και όχι μόνο σ' αυτόν ) που έδωσε τα φώτα σ' όλον τον πλανήτη όσον αφορά τον δίχρονο κινητήρα και τις βελτιώσεις αυτού. Τα αγωνιστικά 125ρια των Ανατολικογερμανών είχαν φτάσει από την δεκαετία του 50 στους 200 HP/Lt μην κοιτάτε τώρα με τι έχει ταυτιστεί το όνομα MZ στην Ελλάδα , αλλά αυτά τα πολύ ωραία κάποια άλλη στιγμή...
Επανερχόμαστε λοιπόν , στα τέλη της δεκαετίας του 60 το σχέδιο ήταν να ανέβει ο κυβισμός των Kawa στα 500 cc ( το Honda 750 παραμόνευε εν τω μεταξύ).
Όλα αυτά όμως αλλά και η τελική επιλογή που έκαναν με τα 3κύλινδρα στο επόμενο
Όνομα: 250.jpg
Προβολές: 1399
Μέγεθος:  104,5 KB

Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2013

Κυριακή 7 Απριλίου 2013

ΑΡΜΕΝΙΑ ΜΕ ΜΟΤΟΣΥΚΛΕΤΑ

Mιά ιστορία απ' αυτές που κατατάσσονται συνήθως ...στον ασαφή χώρο του ταξιδιωτικού παράδοξου!
Γι' αυτούς που δεν ικανοποιούνται από μοτοσυκλετιστικές διηγήσεις, που αφομοιώνονται σε έναν αστικό τρόπο του ζην, που καταπίνει πληροφορίες και εικόνες σαν τηλεοπτικό προϊόν, προέκταση μιας ήδη εξαντλημένης ζωής όπου τα πάντα έχουν προαποφασιστεί...
Γι' αυτούς που πιστεύουν ότι ταξιδεύεις παραγματικά, όταν βρίσκεσαι εκεί που δεν θα 'πρεπε να βρίσκεσαι...
Γι' αυτούς που διαθέτουν χιούμορ...


Νοέμβριος, 2011. Εν μέσω κρίσης, κινδυνολογίας, παπαρολογίας, φόρων, πόρων, αναδρομικών, μικροαστικών, πολεοδομικών, χαρατσιών και τινών ακόμη φαιδρών της παστεριωμένης καθημερινότητας, ξεκίνησα ένα ξαφνικό ταξίδι προς Τουρκία, Γεωργία, Αρμενία, Αζερμπαϊτζάν.
Ο Οκτώβριος είχε περάσει, μεταξύ κάποιων θρασύτατων ανθρωποειδών που υποδύονταν τους τεχνίτες οικοδόμους, καθώς και στο στόχαστρο ενδημικής ποικιλίας αρπακτικών που αναπτύσσεται σε καρέκλες πολεοδομικών γραφείων και τινών ακόμη δημοσίων υπηρεσιών, στελεχομένων από απογόνους του Νταβέλη, Κακαράπη, Καλαμπαλίκη και Τσιμπουκλάρα.
Μετά την 4η τροποποίηση των σχεδίων μιας απλής εξωτερικής τουαλέτας, καθ’ υπόδειξη του αρμόδιου υπαλλήλου Πολεοδομικού γραφείου και την κατάθεση του σχετικού φακέλου, θεώρησα ότι -άνετα- είχα το χρόνο για ένα ταξίδι μέχρι το Αζερμπαϊτζάν με την μοτοσυκλέτα μου, μέχρι τον επόμενο έλεγχο των αρχιτεκτονικών σχεδίων.
Έτσι, ένα ηλιόλουστο πρωϊνό φουλάριζα στο βενζινάδικο της Αρετσούς στο Χαμόδρακα, με λίγα ρούχα στις βαλίτσες, κανά δύο κιλά ξηρούς καρπούς, μισό κιλό παστέλι, ζάχαρη, καφέ και χαλαρή “στ’ @ρχεντια μου” διάθεση.

 Ύστερα από ένα βροχερό πέρασμα της Βόρειας Τουρκίας και ένα ζόρικο οδήγημα στην παγωμένη και βροχερή Γεωργία,
μετά από 3000 χιλιόμετρα, την χαριστική βολή μου την έδωσαν τα χιονισμένα υψίπεδα του όρους Aragats. Δεν ήταν η καλύτερη ιδέα, να ταξιδέψω με την μοτοσυκλέτα χειμωνιάτικα… Και δεν ήταν μόνο το κρύο...
H οδηγική συμπεριφορά των Αρμενίων, που θα έκανε τους πεοφορούντες οδηγούς ταξί των παραβαρδάριων περιοχών να φαντάζουν σαν γατούλες του καναπέ, μου έκανε το φρόνημα ιρμίκ χαλβά… Έσφιξα τα δόντια και με αποφασιστικότητα λοχαγού Βιετκόγκ, συνέχισα οδηγώντας αργά.
Στα τελευταία χιλιόμετρα κατηφορίζοντας για το Υερεβάν, θυμήθηκα τους 42 βαθμούς υπό σκιάν την ίδια μέρα, ίδια ώρα -ένα χρόνο πρίν- πλησιάζοντας το Χαρτούμ, κι άρχισα να …ζεσταίνομαι και να ρεφάρω ψυχολογικά. Διότι, κύριος, άμα θέλεις ασφάλεια και θερμοκρασίες δωματίου κάθεσαι σπίτι σου και το βλέπεις το “έργο” σε βιντεοκασέτα.
Κατεθύνθηκα “καρφί” στο κέντρο, ακολουθώντας ένα marshrutka*, που πήγαινε προς την Όπερα και έψαξα να βρώ ένα guest house, μιας ηλικιωμένης ζωγράφου που εντόπισα σ’ έναν γαλλικό ταξιδιωτικό οδηγό.

 Αφού τακτοποιήθηκα στο πολύ φιλόξενο σπίτι, βγήκα στους δρόμους να ξεμουδιάσω και να δειπνίσω στο ρεστοράν Caucasus που μου υπέδειξε σε άπταιστα Γαλλικά η κυρία Βίκα,
η κάλτ ιδιοκτήτρια του guest house.
Δεν χρειάστηκε να περπατήσω πολύ και σε 15 λεπτά βρισκόμουν ενώπιον αβάσταχτων διλημμάτων, σχετικά με ορεκτικά, σούπες και φαγητά, καθισμένος στη ρουστίκ αίθουσα του ρεστοράν. Η παχουλή Αρμένισα -ντυμένη με παραδοσιακό φόρεμα- που ήρθε για την παραγγελία, με δελεαστικά νεύματα και επιφωνήματα υπερβολικής επιδοκιμασίας και κατανόησης, κατάφερε να μ’ απαλλάξει απο τα ερωτηματικά της γαστέρας, πείθοντάς με να δοκιμάσω όλα τα πιάτα που είχα ξεχωρήσει, απ’ τον κατάλογο…
Μετά από μια αναπαράσταση του ταϊσματος των τίγρεων της Σουμάτρας, πάνω στις παραδοσιακές σπεσιαλιτέ του Καυκάσου και τρεις αρμένικες μπύρες Gyumri, ήρθα στα γράδα μου.
Χαζεύοντας τους θαμώνες και ακούγοντας φόλκ αρμένικα τραγούδια, θυμήθηκα την Ρουζάνα, μια Αρμένισα που καθαρίζει κάθε βδομάδα την οικοδομή που στεγάζεται το γραφείο μου στη Θεσσαλονίκη.
Η Ρουζάνα με είχε κουράσει μιλώντας μου σε κάθε ευκαιρία, για το πόσο όμορφο είναι το Υερεβάν και τελειώνοντας την τρίτη μπύρα της τηλεφώνησα για πλάκα…

“Έλα Ρουζάνα, με κατάλαβες?”

“Καλησπέρα κύριο Βασίλη, τι κάνετε?”

Αφού της εξήγησα που βρίσκομαι, μου κατέστησε σαφές ότι πιθανή άρνηση της φιλοξενίας του αδελφού της, τον οποίο θα έστελνε την επομένη το πρωί στο guest house να με παραλάβει, θ’ αποτελούσε έγκλημα καθοσιώσεως...

 Μετά από μια σύντομη βόλτα στο κέντρο της πόλης κατέληξα στο Malkhas jazz Club, άλλη μια εξαιρετική πρόταση της κυρίας Βίκα, έχοντας μαντέψει τις προτιμήσεις μου στη λίγη ώρα που γνωριστήκαμε .
Ο ιδιοκτήτης του είναι ο Levon Malkhasian, ο πατέρας της Αρμένικης jazz. Ήπια άλλες δύο μπύρες ακούγοντας εξαιρετική μουσική από ένα κουϊντέτο που αυτοσχεδίαζε πάνω σε αρμονικές βάσεις τουJimmy Smith και κατά τις δύο τα ξημερώματα πήρα το δρόμο για το guest house που βρίσκονταν 3-4 τετράγωνα μακριά από το jazz club.
Περπατώντας ικανοποιημένος στην ήσυχη λεωφόρο Mesrop Mashtots και σφυρίζοντας την φοβερή παραλλαγή του “the cat”, που ηχούσε ακόμη στ’ αυτιά μου, δεν μπορούσα να φανταστώ τι μου επεφύλασσε η επόμενη βραδιά στην Αρμενία…
Κατά τις 9 το επόμενο πρωί, απολάμβανα την σπιτική μαρμελάδα από ιπποφαές, με ζυμωτό ψωμί και φρέσκα καρύδια, συντροφιά με την κυρία Βίκα την ιδιοκτήτρια του guest house, συζητώντας πλέον στα Ιταλικά για την ζωή στην Αρμενία. H ώρα κυλούσε ευχάριστα, κατεβάζοντας ένα ολόκληρο σαμοβάρ με εκχύλισμα ενός αρωματικού κοκτέιλ βοτάνων από το Odzun, όταν ακούστηκε το κουδούνι της πόρτας.
Μετά από μια σύντομη συνομιλία στ’ αρμένικα που άκουσα από την είσοδο, εμφανίστηκε στη κουζίνα ο Τανιέλ. Ένας αρκουδοειδής τύπος, με πουράκι σβησμένο στο στόμα, λουσμένος στο πατσουλί και ντυμένος με μαύρα Armani, να φαντάζει ανάμεσα στον μαφιόζο Τομάζο Μπουσκέτα και σε σολίστ του λυρικού θεάτρου. Με ένα “γκειά σου” και κάτι σπαστά αγγλικά μου είπε να πάρω τα πράγματά μου, γιατί στο εξής θ’ αναλάμβανε αυτός την φιλοξενία μου.

Το παρανόμως παρκαρισμένο αυτοκίνητο μπροστά στην είσοδο ήταν όπως το περίμενα. Απαστράπτον μαύρο τζιπ Mercendes G55 AMG με μαύρα τζάμια και χρωμέ εξατμίσεις,
μια ευλαβική συνέχεια των θηριωδών μαύρων 4X4 του νεοπλουτίστικου σιμψιλέ που κοσμούν τους δρόμους των παρακαυκάσιων χωρών.
Φόρτωσα τα πράγματα στη μοτοσυκλέτα και ακολουθώντας αποτροπιασμένος τον Τανιέλ έγινα μάρτυρας μιας απίστευτης οδήγησης στους δρόμους του Υερεβάν, σημειώνοντας όλες τις παραβάσεις του ΚΟΚ, σ’ όλους τους πιθανούς συνδυασμούς και με κανόνες βγαλμένους από τους νόμους της ζούγκλας του Βόρνεο.
Φτάνοντας σε μιά πολυτελή οικοδομή, οδήγησα την μοτοσυκλέτα μου μέσα στην τεράστια ψηλοτάβανη είσοδο, έβγαλα από τις πλαϊνές βαλίτσες 2 μικρά σακ βουαγιάζ και εμφάνισα ένα βαρύ λουκέτο για να κλειδώσω το δισκόφρενο.
Ο Τανιέλ με ένα μορφασμό που έδειχνε προσβεβλημένος με διαβεβαίωσε ότι το κτίριο είναι ασφαλέστερο κι από τράπεζα, δείχνοντάς μου μ’ ένα νεύμα του κεφαλιού του έναν γιγαντόσωμο τύπο στα 30 μέτρα, έξω από ένα θυρωρείο, που μας παρατηρούσε ακίνητος, με την αταραξία Αιγυπτιακής πυραμίδας.
Στο διαμέρισμα μας περίμεναν ο Ανατόλι, κουμπάρος του Τανιέλ και άλλοι δυό φίλοι του, ο Γκεντεόν κι ο Μαράτ.
Καθήσαμε στο σαλόνι για καφέ και κατά τις ένδεκα -το πρωί- αφού μάζεψαν τα φλυτζάνια, έστρωσαν τραπεζομάντηλο και τοποθέτησαν δύο δίλιτρες φιάλες κρασί.
Από την κουζίνα ακούστηκε ο ήχος του τηγανίσματος και σε λίγα λεπτά η σύζυγος του Τανιέλ μας σερβίριζε σεμσέκ, μιτσινκί κιοφτέ, κινγκάλι, ιτσλί κιοφτέ, κεσκέκ και τυριά με ταμπουλέ σαλάτες.

Μου γέμισαν ένα ποτήρι από το κάθε κρασί και με απελπιστική αγωνία περίμεναν να τους πω ποιό προτιμώ.
Αφού διαβεβαίωσα τον Τανιέλ και τον Ανατόλι ότι και τα δύο κρασιά μ’ άρεσαν πολύ, ο γηραιώτερος όλων, ο εξηντάχρονος Μαράτ ξεκίνησε τις προπόσεις αναλαμβάνοντας συγχρόνως και μεταφραστής, μιας και είχε ζήσει οκτώ χρόνια στη Γαλλία και μπορούσαμε να συνενοηθούμε στα Γαλλικά.
Με ιστορίες από την εποχή που δούλευε νέος σαν ταλιαδώρος, κατασκευάζοντας σεντούκια σ’ ένα προάστιο του Kapan
μέχρι τα χρόνια που ελίσσονταν στα τραπέζια του Moulin Rouge σαν σερβιτόρος και στα καμαρίνια των χορευτριών σαν αγαπητικός, οι στάθμες των δύο φιαλών κρασιού άρχισαν να κατεβαίνουν δραματικά.
Τότε ο Μαράτ με συνομωτικό ύφος τοποθέτησε άλλο ένα δίλιτρο από το δικό του κρασί, ζητώντας τάχα να του πω την γνώμη μου.
Πραγματικά, δεν χρειαζόταν να προσποιηθώ ότι μ άρεσε,
γιατί όντως ήταν από τα καλύτερα κρασιά που έχω πιεί στη ζωή μου.
Μέχρι να μας εξιστορήσει το πως παντρεύτηκε μια γαλλίδα ζογκλέρ που έκανε δικό της νούμερο στο καμπαρέ, μέχρι την νεφελώδη ξαφνική φυγή του από το Παρίσι και την ενασχόλησή του με την πρακτορεία μοντέλων-συνοδών και χορευτριών του κλασσικού μπαλέτου με ειδίκευση στη μεταλλική μπάρα, καθαρίσαμε και το δικό του μπουκάλι.

Ο τέταρτος της παρέας, ο Γκεντεόν, ήδη είχε φύγει για το κελάρι του και πάνω στην ώρα χτύπησε το κουδούνι της πόρτας για να μας φέρει για γευσιγνωσία και το δικό του κρασί μαζί μ’ ένα μπουκάλι τοπικό μπράντυ…
Έτσι με μεζέδες να καταφτάνουν στο τραπέζι πολυβολιδόν και με ανελέητη κατανάλωση των εξαιρετικών σπιτικών κρασιών, καταλήξαμε κατά τις πέντε το απόγευμα σε κατάσταση γκροκί να το γυρίζουμε σε σφηνάκια μπράντυ και σιροπιαστά σαρί μπουρμά.
Οι Αρμένιοι και οι Γεωργιανοί πίνουν.
Πίνουν πάρα πολύ, θα έλεγα.
Τους ακολούθησα με ιδεαλιστικές τάσεις εθνικής υπερηφάνειας μέχρι το ύστατο σφηνάκι.
Kατά τις έξι βγήκαμε στο κέντρο της πόλης για περίπατο και καφέ.
Εκεί με πληροφόρησαν, ότι κατά τις εννέα το βράδυ θα πηγαίναμε σε κάποιο στέκι τους για να συναντήσουμε μερικούς ακόμα φίλους που θα συμπλήρωναν την παρέα.
Ήταν παραπάνω απο προφανές ότι δεν θα πηγαίναμε σε λέσχη μπρίτζ ούτε και σε σαλόνι τεϊου για ανταλλαγές απόψεων και προσεγγίσεων πάνω σε λογοτεχνικά κείμενα της Γαλλικής Αναγέννησης…
Ήταν η στιγμή που αναπολώντας την κυρία Βίκα και τις εξαιρετικές της οδηγίες για αξιοθέατα, θεατρικές παραστάσεις και φολκλορικά μουσικά στέκια, άρχισα να προβληματίζομαι για το χάσμα των επιλογών που είχα μπροστά μου αλλά και για το αν θα ‘πρεπε να συνεχίσω δέσμιος της μαφιογκλάμορους παρέας, ως απόσπασμα σουρεαλιστικής ταινίας…
Σ’ αυτές τις περιπτώσεις δεν αναλώνομαι σε βαθυνούστατες πυρετικές σκέψεις και αποφάσεις αλλά αφήνω την ταξιδιωτική παλίρροια να με παρασύρει…

Το κλου της βραδιάς ήταν για τα μεσάνυχτα που θα επισκεπτόμασταν το στριπτιζάδικο “Fiery Vegas” του Τανιέλ καμιά σαρανταριά χιλιόμετρα έξω από το Υερεβάν στο δρόμο για το Vanadzor.
Οι υποψίες μου επιβεβαιώθηκαν κατά τις εννέα και μισή το βράδυ όταν καθήσαμε στο τραπέζι της γραφικής ημιυπόγειας ταβέρνας και προστραπεζώθηκε ο πρώτος γύρος από ποτά και μεζέδες.
Η επιλογή του γουρουνόπουλου γάλακτος στη σούβλα έδωσε την ευκαιρία στην παρέα να αναπαραστήσει πειστικά την σφαγή των Αρμενίων.
Τα βλέμματα δε των συνδαιτυμόνων, δεν μου άφησαν κανένα περιθώριο για συζήτηση περί δίαιτας, μεσογειακής διατροφής και σπάνιων έξτρα παρθένων ελαιολάδων με χαμηλή οξύτητα…
Ο συνδυασμός αρμένικης βαρελίσιας μπύρας με χυμούς φρούτων και σφηνάκια παγωμένης βότκας, σε πολλές ρεπετισιόν, ήταν η αιτία που επέμενα κάποια στιγμή στη συζήτηση ότι ο γλύπτης Vartan Malakian είναι Έλληνας από τη Μαλακάσα…
Είναι γεγονός πάντως ότι και σ’ αυτό το τραπέζι, παραδέχθηκαν όλοι ότι πίνω σαν Αρμένιος!
Συνειδητοποίησα πάντως ότι είχα πιεί πολύ, όταν μια σερβιτόρα την στιγμή που κατευθυνόμουν προς την έξοδο, μ’ έπιασε αγκαζέ με την στοργική ανοχή που δείχνουν σε κάποιον που πάσχει από πρόωρη γεροντική άννοια…
Επιβιβαστήκαμε σ’ ένα μικρό στόλο από θηριώδη μαύρα 4Χ4 και ξεκινήσαμε για την τρίτη πράξη της απίθανης αυτής φιλοξενίας.
Σ’όλη τη διαδρομή είχα την αίσθηση ότι ο Τανιέλ προσπαθούσε να περάσει το τζίπ του πάνω από τα προπορευόμενα αυτοκίνητα, εάν δεν είχαν τη σοφή ιδέα να τραβηχτούν την τελευταία στιγμή τέρμα δεξιά, για να διευκολύνουν την προσπέραση.
Από τα πρώτα χιλιόμετρα ήδη είχα σφίξει την ζώνη ασφαλείας, κοντράρισα το πόδι γερά στο πάτωμα κι άρχισα να ψιθυρίζω σύσσωμη την playlist με τα απολυτίκια του Αγίου Χριστόφορου, προστάτη των ταξιδευτών…
Εντελώς άσχετα, πέρασαν απ’ το μυαλό μου, η βλακόφατσα του ανθροποειδούς που υποδύονταν τον ελεγκτή αρχιτεκτονικών και είχε χρεωθεί τον φάκελο της μελέτης εξωτερικής τουαλέτας, τα άρθρα του ΓΟΚ, τα ΦΕΚ, τους κατά παρέκλιση συντελεστές δόμησης, τις αβάσταχτες lumpen αρλούμπες των αρχιτεκτονικών επιτροπών και ένοιωσα αμέσως ανακούφηση, πεπεισμένος ότι εδώ κινδυνεύω λιγότερο…

Μόλις βγήκαμε απ’ το Υερεβάν, μπήκαμε σ’ έναν έρημο και σκοτινό παράδρομο και σε καμιά εκατοστή μέτρα το αυτοκίνητο σταμάτησε έξω από μια μάντρα σκουριασμένων γερανοφόρων.
Σε δευτερόλεπτα έφτασε από το αντίθετο ρεύμα ένα σαραβαλιασμένο κίτρινο Lada Jiguli με αεροτομή από φόρμουλα 1 και φωτισμένη μάσκα από σικλαμέ neon λαμπάκια,
φρενάροντας απότομα ακριβώς στην απέναντι πλευρά του δρόμου.

Τα μαύρα τζάμια του αυτοκινήτου δεν μ’ επέτρεψαν να διακρίνω τον οδηγό του.
Ο Τανιέλ έκλεισε τον ήχο στο cd που έπαιζε Lady Gaga στη διαπασών και ακολούθησε ένα διάστημα 20-30 δευτερολέπτων με απόλυτη ησυχία.
Το γκαγκστερικό ντεκόρ, το σκοτάδι και η περίεργη ησυχία προς στιγμήν με προβλημάτησε, σε βαθμό που σκέφτηκα πόσο δύσκολο θάταν για την εκπομπή “Φως στο Τούνελ” να εντοπίσει το εξαφανισμένο πτώμα μου, στην περίπτωση που θα γινόταν κανένα πατιρντί με “καλάσνικοφ”,
μιας και για τον Τανιέλ ήμουνα σχεδόν βέβαιος ότι θα χρησιμοποιούσε τα όπλα όπως το εντομοαπωθητικό…
Ξαφνικά άνοιξε η πόρτα του οδηγού και βγήκε μια γυναίκα γύρω στα 60, με χοντρά γιαλιά και χαμόγελο δενδρόβιου πιθηκοειδούς. Ξεκλείδωσε το πορτ μπαγκάζ κι έβγαλε από μέσα 4 πεντάκιλα μεταλλικά δοχεία μέσα σε πλαστικές σακούλες.
Με βηματισμό λοκατζή διέσχισε τον δρόμο και στάθηκε στην πόρτα του οδηγού, ακουμπώντας κάτω τα δοχεία, ενώ κατέβαινε το τζάμι του παραθύρου.
Ο Τανιέλ τέντωσε το χέρι του έξω απ’ το παράθυρο, κουνώντας ένα μάτσο χαρτονομίσματα, τσαλακωμένα αλά χωριάτα.
Η γυναίκα τα μέτρησε αποτροπιασμένη κι έβαλε τις φωνές. Ακολούθησε μια έντονη συνομιλία, με τον Τανιέλ να παζαρεύει, προσπαθώντας να την καλμάρει κάνοντας έντονες χειρονομίες.

Βγήκε από το τζιπ, άνοιξε την πίσω πόρτα κι έκανε νόημα στην Αρμένισα να μεταφέρει τα δοχεία στο πορτ μπαγκάζ.
Η γυναίκα τα τοποθέτησε μέσα στο τζιπ και μουρμουρίζοντας κάτι ακατάλυπτα σαν μανιάτικο μοιρολόι κατευθύνθηκε προς το “Jiguli”.

Ο Τανιέλ έβαλε μπροστά τη μηχανή γελώντας και απευθυνόμενος σε μένα φώναξε “Μister Vassilis tonight you taste the best caviar from Astrakhan. ”

 Η υπερβολική ταχύτητα -βραδιάτικα- σε συνδυασμό με τις σφήνες και τις προσπεράσεις στο αντίθετο ρεύμα ανφάς με νταλίκες, μου δημιούργησαν τέτοια υπερένταση συνοδευόμενη από μορφασμούς τρόμου και εκδηλώσεις παντομίμας, που σιγά-σιγά άρχιζα να συνέρχομαι από τις μπύρες και τις βότκες!
Με το που κατεβήκαμε σώοι στο πάρκιν του στριπτιζάδικου, ένιωσα την ίδια παράξενη ανακούφιση, μ’ εκείνη που ξυπνάς από τον γνωστό εφιάλτη που σε κυνηγάει το τέρας, προσπαθείς να τρέξεις αλλά πας σαν σε slow motion σε ελαττωματικό DVD.
Ένας χτισμένος μπράβος, με μαύρο σακκάκι από καλάθι προσφορών supermarket, ξυρισμένο κεφάλι, και φυσίκ νεροβούβαλου Αμαζονίου, μας καλωσόρισε σε ακατάλυπτα αρμένικα.
Προσπεράσαμε γύρω στα πεντέξι ταυριά, με ξυρισμένα κεφάλια και φουσκωτά μπράτσα σαν μπούτια βοείου Αιτωλοακαρνανίας, από το πάρκιν μέχρι την αίθουσα και μας ανέλαβε ο maitre d’ hotel.
Με ελεγχόμενες εκδηλώσεις έκπληξης κι ενθουσιασμού, αφού χαιρέτησε τον Τανιέλ ιπποτικά σε στάση όρθιας γονυκλισίας, μας έβαλε να καθίσουμε στο πρώτο κεντρικό τραπέζι.
Ήταν περασμένα μεσάνυχτα και απ’ ότι φαίνονταν το κυρίως πρόγραμμα ακόμα δεν είχε αρχίσει.
Το μαγαζί ήταν μισογεμάτο με ετερόκλητο κοινό.
Ύποπτες φιγούρες, με χρυσά Rolex και ακριβά κοστούμια από τις μπουτίκ της λεωφόρου Hyusisayin, που κάπνιζαν πούρα συνοδεία σαμπάνιας και βότκας, επιχειρηματίες με φάτσες πετυχημένου Εβραίου τοκογλύφου, διάφοροι λιγούρηδες ματάκηδες ντυμένοι σαν αραβωνιαστικοί, που βύζαιναν σε δόσεις μιλιγκράμ τα ποτά τους και κάτι ναρκισσευόμενοι μποντυμπιλντεράδες, εκτραφέντες στους λειβαδεώνες της τοπικής μαφίας, είχαν γεμίσει την αίθουσα.
Η σκέψη και μόνο να διεκδικώ προτεραιότητα σε θέση πάρκιν με κάποιον απ’ αυτούς, μου δημιουργούσε ένα μούδιασμα στη ραχοκοκκαλιά με ταυτόχρονη δημιουργία ύγρανσης του μετώπου από σταγόνες κρύου ιδρώτα…
Δυό χοντροκώλες ημίγυμνες χόρευαν χαλαρά ένα σλόου κομμάτι της Gianna Nannini, στέλνοντας χαμόγελα με νόημα σε μια παρέα Καυκάσιων υλοτόμων, ντυμένων με τα γαμπριάτικα κουστούμια τους, που παρακολουθούσαν το θέαμα υπό ακρατή σιελόρροια.

 Στο τραπέζι μας σε χρόνο dt είχαν καταφτάσει κάτι ροζέ ρώσσικες σαμπάνιες, βότκες και Αρμένικο μπράντυ.
Το άρτι αφιχθέν -χοντρό σαν φουντούκι- μαύρο χαβιάρι από το Αστραχάν σερβιριζόταν στα πιάτα από ένα πελώριο ασημένιο μπωλ πάνω σε χλιαρές αράβικες πίττες,
πασπαλισμένες με φρέσκο βούτυρο, ξανανοίγοντάς μου γι’ άλλη μια φορά την όρεξη.
Τα ποτήρια άδειαζαν κατά ριπάς στο τραπέζι, με τις πομπώδεις προπόσεις τoυ Μαράτ να δίνουν έναν ηρωικό τόνο στις γύρες με τους άσπρους πάτους.
Αυτές οι ροζέ σαμπάνιες μου την κάναν τη ζημιά.
Όταν πίνεις επί 12 ώρες πρέπει να ξέρεις να σταματάς.
Εντελώς μεταξύ μας, εγώ ήξερα καλά. Το πρόβλημα ήταν ότι δεν μπορούσα να πείσω και τον Τανιέλ.
Όταν δοκίμασα να τον ξεγελάσω πίνοντας ελάχιστα από το ποτήρι μου, σχολίασε ότι “οι υπόλοιποι περιμένουν να αδειάσεις το ποτήρι σου. Αν δεν αδειάσει, δεν πίνουν κι αυτοί!”
Γερό μπλέξιμο!
“Ένα βράδυ είναι θα περάσει”, σκέφτηκα.
“Μην γίνουμε και ρεζίλι τώρα στο τέλος” ξανασκέφτηκα με εθνικιστικό ενθουσιασμό, φέρνοντας στο νού μου τον Καραϊσκάκη και τον Πλαπούτα.

 Για μιά ακόμη ώρα παρακολουθούσαμε το σόου με κάτι Κουβανέζες από την …Quba του Αζερμπαϊτζάν, που με κάτι φιγούρες καθέτου εφορμήσεως μας την έπεφταν ολόγυμνες σε απόσταση χιλιοστών, φέρνοντας στο κέφι τον κουμπάρο του Τανιέλ που ξεχύλιζε τα ποτήρια με σαμπάνια.
Ο Ανατόλι μ’ ενημέρωσε ότι η φίρμα του μαγαζιού, μια Ουκρανή τουρμπογκόμενα θα ‘βγαινε κατά τις δύο τα ξημερώματα.
Με τις σαμπάνιες κατά ριπάς και τα σφηνάκια βότκας κατά βολάς, άρχισα να χάνομαι.
Μόλις τελείωσαν οι Qubaνέζες το σόου και λίγο πριν αρχίσει η γκράν ατραξιόν με την Ουκρανή, πήρα την απόφαση να επισκεφτώ την τουαλέτα.
Ήμουνα σκνίπα. Το καταλάβαινα.
Αισθανόμουνα ανάλαφρος, μου έβγαινε μία ευθυμία, παραπατούσα και είδα στον καθρέφτη ότι είχε σχηματιστεί ένα ηλίθιο χαμόγελο στη φάτσα μου που δεν έφευγε ούτε με γροθιά του Κάσιους Κλέϋ.
Έριξα νερό στο πρόσωπό μου.
Το χαμόγελο εκεί... Μόνιμο.
Απ’ έξω ακούστηκαν χειροκροτήματα.
Βγήκα παραπατώντας από την τουαλέτα και βρέθηκα στο σκοτάδι. Προφανώς είχαν σβήσει τα φώτα για ν’αρχίσει το σόου της Ουκρανής.
Άρχισα να “χάνομαι” σιγά-σιγά.
Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι ξαφνικά μπήκαν οι πρώτες νότες από το “Cocaine” του Eric Clapton μαζί μ’ ένα μπλέ χαμηλό φωτισμό που φώτιζε την πίστα και την ώρα που άρχιζε το τραγούδι είχα ανέβει στην πίστα χορεύοντας ρόκ και ουρλιάζοντας τους στίχους του κομματιού:
“if you wanna hang out you ‘ve got to take her out. Cocaine. If you wanna get down, down on the…”
Η τελευταία εικόνα που θυμάμαι είναι το έκπληκτο πρόσωπο της Ουκρανής, να με κοιτάζει σαν χαμένη, με τιγρέ εσώρουχα και ροζ χειροπέδες, ακίνητη στην άκρη της σκηνής και τέσσερις γοριλανθρώπους να με πλησιάζουν απειλητικά, με το βλέμμα όμως στραμμένο στον Τανιέλ, περιμένοντας κάποιο νεύμα για τα περαιτέρω…
Θυμάμαι ότι έφυγα σηκωτός, αλλά δεν ξέρω πως και πότε…

Ξύπνησα την επομένη το πρωί σ’ ένα ευρύχωρο δωμάτιο στο σπίτι του Τανιέλ, μ’ ένα τρελλό πονοκέφαλο.
Αφού έριξα ένα κυβικό νερό στο κεφάλι μου κατεθύνθηκα στην κουζίνα.
Ο Τανιέλ ετοίμαζε σ’ ένα παραδοσιακό μπρίκι έναν αρμένικο καφέ και με κοίταξε χαμογελώντας πονηρά λέγοντάς μου:

“Μίστερ Βασίλης, γκιατί εσύ ντεν λες εμένα, γκουστάρεις να χορεύεις με Τετιάνκα?







********************************** The end